Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψυχοτόπ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψυχοτόπ' Προφορά: ψυχοτόπ
  1. τόπος όπου η ελονοσία ενδημεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εληγόρ’ναν να ’πιδιαβαίν’νε τα τόπα̤, ψυχοτόπα̤ έσαν.

  2. μέρος ελώδες όπου προσβάλλεται κάποιος από ελώδη πυρετό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια