ψυχοτόπ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ψυχοτόπ'
Προφορά: ψυχοτόπ
-
τόπος όπου η ελονοσία ενδημεί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μέρος ελώδες όπου προσβάλλεται κάποιος από ελώδη πυρετό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης