-
ψυχορραγώ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ψυχορραγώ
1) είμαι ετοιμοθάνατος
2) επιθυμώ κάτι πολύ (μέχρι θανάτου)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
ψυχομαχώ
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης