Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψιλοβολέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψιλοβολέα Προφορά: ψιλοβολέα
  1. ψιλά πράγματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Γ. Νατσαρίδη

    Παράδειγμα:
    Εγόρασεν ψιλοβολέας και επήεν σα χωρία να πουλεί ατα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια