Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψηλαίνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ψηλαίνω Προφορά: ψηλαίνω
  1. 1) γίνομαι ψηλός 2) περηφανεύομαι (μεταφορικά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Ψηλαίν’ ο ήλεν. (ανεβαίνει ψηλά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια