Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
χαμελεσία (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χαμελεσία
Προφορά: χαμελεσία
1) χαμηλό μέρος 2) χαμηλός υπήνεμος τόπος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σαντάς
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
χαμελία (η)
χαμελέα (η)
Αντώνυμα
ψηλασέα (η)
ψαλασέα (η)
ψηλοσέα (η)
ψηλασία (η)
Ιδιωματική Εκδοχή
χαμελεσία (η)
χαμελασέα (η)
χαμελασία (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια