ψήνωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Ψένω τη δουλείαν, ή ψένω κι αλίζω τη δουλείαν. (ετοιμάζω)
2) Ψεμένος μάστορας, ψεμέντζα νύφε.
3) Έψεσε μας ο ήλεν. (μας ζέστανε πολύ)
ψήνωΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενεστώτας: ψένω
Παρατατικός: έψενα
Μέλλοντας: θα ψένω
Αόριστος: έψεσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.