Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χωριστός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χωριστός Προφορά: χωριστός
  1. ξεχωριστός, διαζευγμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εποί’νεν πάντα χωριστόν δουλείαν μαναχός.
    2) Η γυναίκα τ’ χωριστέσα έτον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια