Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χτυπώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χτυπώ Προφορά: χτυπώ
  1. θορυβώ, κρούω, δέρνω, πληγώνω, καρφώνω, πάλλω, μετανοώ, αγωνιώ, ανησυχώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Χτυπώ το κιφάλι μ’ σο περβόλ’. (μετανοώ, μεταφορική χρήση)
    2) Χτυπά το κωδών. (ηχεί το κουδούνι, μεταφορική χρήση)
    3) Χτυπά η καρδία μ’. (αγωνιώ, ανησυχώ, μεταφορική χρήση)

    Παθητική φωνή:
    προσβάλλομαι (από επιδημική νόσο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια