Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χρώμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χρώμαν Προφορά: χρώμαν
  1. 1) η χροιά του ουρανού, της ίριδος, των ανθέων 2) για πράγματα απέκτησε ωραίο χρωματισμό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εχάσεν το χρώμαν ατ’, ωχρίασε. (για πράγματα άλλαξε ο χρωματισμός)
    2) Επαίρεν χρώμαν. (απέκτησε χρώμα ροδόχρουν)

Παρατηρήσεις - Σχόλια