Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χρυσοχέρκον (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χρυσοχͮέρ’κον Προφορά: χρυσοχέρκον
  1. με χρυσά χέρια δηλαδή επιδέξια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντης

    Παράδειγμα:
    Η Σ̌όνα προκομμένον και χρυσοχͮέρ’κον κορίτσ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια