Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χρυσάφι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χρυσάφι Προφορά: χρυσάφι
  1. χρυσός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητική χρήση

    Παράδειγμα:
    Θέλω ασήμιν άδολον χρυσάφιν ακαμάτιν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια