Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χριστιανός (o) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χριστιανός Προφορά: χριστιανός
  1. 1) ο οπαδός της Χριστιανικής θρησκείας 2) άκακος, αγαθός (μεταφορικά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Αν είσαι Χριστιανός, ας με, για όνομα του Θεού.
    2) Ας είν’ καλά οι Χριστιανοί. (άνθρωποι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια