Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κισμέτ’
Ιδίωμα: Τσακράκ, Κερασούντας
Παράδειγμα: Εγώ πα’ α’ πάγω αραεύω το χουσμέτ’-ι-μ’.