Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kurtarmak
Ιδίωμα: Τσακράκ Τριπόλεως
Παράδειγμα: Χάρομες για το χουρτάρεμαν τη βασιλοπούλας.
Ενεστώτας: χουρταρεύω Παρατατικός: εχουρτάρευα Μέλλοντας: θα χουρταρεύω Αόριστος: εχουρτάρεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.