Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χούρτς (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χούρτσ̌' Προφορά: χούρτς
  1. μεγάλο τρίχινο δίσακκο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Ναίμω (ναι μωρή) πολλά χούρτσ̌ια έρθαν. (Στην Σαντά χούρτσ̌ια έλεγαν πολύ μεγάλα δίσακκα που οι Κούρδοι έφερναν σιτάρια, εφόρτωναν τα γαϊδούρια τους)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Χρήση από:
    Π. Υψηλαντη

Παρατηρήσεις - Σχόλια