Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χουμουρώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χουμουρώ Προφορά: χουμουρώ
  1. μαλακώνω, ωριμάζω 1) γίνομαι μαλακός απαλός όπως η ζύμη 2) ωριμάζω πολύ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Τ’ αγράπα̤ εχουμουρίασαν κ’ εσκάλωσαν να μαυρύν’νε. (μαλακώνω, ωριμάζω, Ιδίωμα: Σαντάς)
    2) Έβρεξα το ψωμίν κ’ εχουμουρίασεν. (μαλακώνω, ωριμάζω, Ιδίωμα: Σαντάς)
    3) Η γραία σ’ άψιμον καικά εζεστά̤στεν, εχουμουρίασεν κ’ εκοιμέθεν. (Ιδίωμα: Χαλδίας)

Παρατηρήσεις - Σχόλια