Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χουλαροκάρδα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χουλα̤ροκάρδα̤ Προφορά: χουλεαροκάρδεα
  1. το μεταξύ καρδίας, πνευμόνων και κοιλίας μέρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εποίκαν γι αχούν (έμπλαστρο) κι εθέκαν σην χουλα̤ροκάρδα̤ν ατ’.
    2) Ερούξεν η χουλα̤ροκάρδα̤ τ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια