Προέλευση: από το αρχαίο επίθετο φανερός
Παράδειγμα: Το πανίν ατόσον και αρύν έν', φανίζ'.
Ομόρριζο - Παράγωγο: φάνισμαν
Ενεστώτας: φανίζω Παρατατικός: εφάνιζα Μέλλοντας: θα φανίζω Αόριστος: εφάνισα / εφάν'σα / εφάντσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.