Προέλευση: από το αρχαίο επίθετο φανερός
Ενεστώτας: φανερίζω Παρατατικός: εφανέριζα Μέλλοντας: θα φανερίζω Αόριστος: εφανέρισα / εφανέρ'σα / εφανέρτσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.