Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δαρμενεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δα̤ρμενεύω Προφορά: δεαρμενεύω
  1. διερμηνεύω, συμβουλεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα διερμηνεύω

    Παράδειγμα:
    Χͮίλ’ νομάτ’ δα̤ρμενεύ’νε με κι εγώ ωτίν ’κι κρούω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια