Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

υλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: υλίζω Προφορά: υλίζω
  1. διυλίζω, στάζω, ρέω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Υλίστε το γάλαν, γομάτον χοχόλια εν’. (δυιλίζω)
    2) Υλίζ το μυτίν ατ'. (στάζω, ρέω)
    3) Υλίζ’νε τα λώματα τ'. (στάζω, ρέω)

  2. στραγγίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια