Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό τυχαῖον
Ιδίωμα:
Οινόης
Παραδείγματα:
1) Έχͮεις τύχͮην, τι τρέχͮεις; Κ’ έχͮεις; πάλι τι τρέχͮεις;
2) Σην τύχην επαίρα έναν. Ο Τύχων είπεν η τύχη μ'.
3) Δώμα τύχην και κρέμ’σο με ση θάλασσαν. (μοίρα καλή, πεπρωμένο ευνοϊκό)
4) Η τύχη τη κοριτσί ατ’ς κ ενοίεν. (δεν παντρεύτηκε)