Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τύχη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τύχη , 2. τύχͮη Προφορά: 1. τύχη , 2. τύση
  1. τύχη μοίρα καλή, πεπρωμένο ευνοϊκό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό τυχαῖον

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Έχͮεις τύχͮην, τι τρέχͮεις; Κ’ έχͮεις; πάλι τι τρέχͮεις;
    2) Σην τύχην επαίρα έναν. Ο Τύχων είπεν η τύχη μ'.
    3) Δώμα τύχην και κρέμ’σο με ση θάλασσαν. (μοίρα καλή, πεπρωμένο ευνοϊκό)
    4) Η τύχη τη κοριτσί ατ’ς κ ενοίεν. (δεν παντρεύτηκε)

Παρατηρήσεις - Σχόλια