φραντάλα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φραντάλα
Προφορά: φραντάλα
-
1) κορίτσι ή γυναίκα όμορφη και συγυρισμένη
2) όνομα αγελάδας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) η πανέμορφη γυναίκα
2) αυτή που προκαλεί μεγάλη χαρά, μεγάλη ευχαρίστηση όταν την βλέπεις
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης