Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

κορός (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κορόσ̌' Προφορά: κορός
  1. γρόσι, χρήματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη γουρούσ̌

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

    Παράδειγμα:
    Έκαψα κοροσ̌ί κερίν και τριών παρών λαμπάδαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια