Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη γουρούσ̌
Ιδίωμα: Τραπεζούντας
Παράδειγμα: Έκαψα κοροσ̌ί κερίν και τριών παρών λαμπάδαν.
Ενικός: κορόσ̌ιν / κορόσ̌' Πληθυντικός: κορόσ̌α̤