φουσκίτα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φουσ̌κίτα
Προφορά: φουσκίτα
-
είδος μανιταριού σφαιρικού που περιείχε μαύρη σκόνη. Στη Σαντά λεγόταν φουσ̌τίτα και τα παιδιά, όταν την πίεζαν στα δάχτυλά τους και έβγαζε τη μαύρη σκόνη (ωρίμαζε), έλεγαν πως θα βρέξει. Όταν έβγαζε (άσπρη), έλεγαν πως δεν θα βρέξει
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
είδος μύκητα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης