Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουρουλίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φουρουλίν Προφορά: φουρουλίν
  1. χρυσό νόμισμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Α. Αναστασιάδη

    Παράδειγμα:
    Όλα̤ είχͮεν μαναχόν φουρουλία ’κ’ είχͮεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια