Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουρνοδώμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φουρνοδώμ' Προφορά: φουρνοδώμ
  1. δώμα (στέγη) του φούρνου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κρώμνης

    Παράδειγμα:
    Εξέβαν εκάτσαν απάν’ σο φουρνοδώμ’.

  2. η εξωτερική οριζόντια επιφάνεια της στέγης φούρνου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια