Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φούρκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φούρκα Προφορά: φούρκα
  1. φούρκισμα, αγχόνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Δωδεκάχρονον κορίτσ’ για σον άντραν για σην φούρκαν.

  2. αγχόνη υποστήλωμα στο σκοινί απλώματος ρούχων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    από το λατιν. furca-ae= δίκρανο ξύλο που κρατούσαν οι μοχθηροί δούλοι

Παρατηρήσεις - Σχόλια