Παθητική Φωνή:
φορτούμαι
φορτούμαι (πράγμα)=φορτώνομαι
Παραδείγματα-Επιπλεόν Ερμηνεία:
1) Η κόρ’ εντροπαρία έν’ φορτούται όλεν το όρος.
2) Σελέκ’ ντο ’κί σώ’εις, μη φορτούσαι!
3) Μη φορτούσ’ ατον σκύλ’ υιός έν’, (φορτούμαι κάποιον, υπερασπίζομαι, παίρνω το μέρος του).
4) Ψ'ής φορτώματα, (πράγματα με τα οποία φορτώνει κανείς την ψυχή του, π.χ συκοφαντίες).
Μεσ. φορτούμαι= φορτώνομαι, υπερασπίζομαι κάποιον