Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φόρτωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φόρτωμαν Προφορά: φόρτωμαν
  1. φορτίο η ενέργεια του φορτώνειν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εποίκεν τον κόσμον φόρτωμαν και εφορτώθεν ατον.
    2) Ψ̌’ής φορτώματα. (πράγματα με τα οποία φορτώνει κανείς την ψυχή του, π.χ συκοφαντίες)

  2. η φόρτωση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια