Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φορίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φορίζω Προφορά: φορίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Φορίστ’ ατεν, σ̌κεπάστ’ ατεν κι επάρτ’ ατεν ας πάμε. (ντύνω ρούχα)
    2) Εφόρτσα τα γεργάνα̤ με τ’ άσπρα τα τσ̌α̤ρτσ̌ά̤φα̤. (ντύνω το πάπλωμα με σεντόνι)

  2. ντύνω κάποιον, για είδη κλινοστρωμικής, περιβάλλω κάτι με εξωτερικό περίβλημα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια