Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φόβος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φόβος Προφορά: φόβος
  1. φόβος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Φόβον ’κ’ έχͮ’. (δεν διατρέχει κίνδυνο)
    2) Ο φόβον σ̌κύλ’ υιός έν’. (πολλά πράγματα θα γίνονταν αν δεν υπήρχε ο φόβος της τιμωρίας)

Παρατηρήσεις - Σχόλια