Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαρκούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσαρκούλ’ , 2. τσ̌αρκούλ’ Προφορά: τσαρκούλ
  1. 1) λειρί κότας (Ιδίωμα: Άδισσας) 2) καλύπτρα της νύφης, καλύπτρα που τελευταία αντικαταστάθηκε από το τρεμόν, ύφασμα μεταξωτό ή δικτυωτό με το οποίο η νύφη ήταν καμαρωμένη, σκεπασμένη ώς την ώρα που ο παπάς στα παλιά χρόνια και ο κουμπάρος στα τελευταία την εκαμάρωνε δηλ. αφαιρούσε το καμαρωτήρι. Έφερε χρυσά νήματα, τρέμουσες. (Ιδίωμα: Σαντάς) 3) βέλο μεταξωτό που γύρω είχε ψεύτικα φλουριά (ψευτοφούλιρα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ατό το μαύρον το τσ̌αρκούλ’ τ’ς έχͮ’ πλουμιστά κλαδία. (καλύπτρα της νύφης)

  2. καλύπτρα, βέλο κεφαλοπάνι γυναικείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια