Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία: Φιτίλα̤ να έρχουν ασήν καρδία σ’! (να φέρεις πληγές, στις οποίες να βάλουν φιτίλι, για να μην κλείσουν)
Προέλευση: από την τουρκική λέξη fitil
Ενικός: φιτίλιν / φιτίλ' Πληθυντικός: φιτίλια / φιτίλα̤