Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φιτίλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φιτίλ' Προφορά: φιτίλ'
  1. φιτίλι, παγίδα, πονηριά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Φιτίλα̤ να έρχουν ασήν καρδία σ’! (να φέρεις πληγές, στις οποίες να βάλουν φιτίλι, για να μην κλείσουν)

  2. φιτίλι, θρυαλλίδα φαρμακευτική γάζα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την τουρκική λέξη fitil

Παρατηρήσεις - Σχόλια