Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

γορός (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γορόσ̌' , 2. Γορόσ̌' Προφορά: γορός
  1. γρόσι, χρήματα όρος ύψους 1.200μ. μεταξύ Χάρσερας, Καντρίων και Παζπέν (βλ.λ. Γορόσ̌) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη γουρούσ̌

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Φέρεν τα γορόσ̌α̤ σ’. (στο παιχνίδι ντόμινο ειρωνικά λένε γορόσ̌α τους πόντους)

  2. λοθοσώρος τούρκικο νόμισμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια