Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τιμαρεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: τιμαρεύω
Προφορά: τιμαρεύω
ξυστρίζω, περιποιούμαι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
1) ξύνω με ειδική μεταλλική ξύστρα 2) χτυπάω κάποιον ( μεταφορικά)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
τουμαραλεύω
Ιδιωματική Εκδοχή
τουμαρεύω
τιμαρλαεύω
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.
Παρατηρήσεις - Σχόλια