Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χιλάρμενος (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮιλάρμενος Προφορά: σιλάρμενος
  1. η εορτή της Ακαθίστου λεγόταν Παναγία η Χͮιλάρμενος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

Παρατηρήσεις - Σχόλια