Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χερότ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮερότ' Προφορά: σερότ
  1. χειρόκτιο, γάντι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Οι Σαντέτ' το χͮειμωνγκόν έπλεκαν χͮερότα̤ και ορτάρα̤.

  2. μάλλινο γάντι πλεκτό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    χερότ(ι)

  3. Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια