χεροκούσκουρον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χͮεροκούσ̌κουρον
Προφορά: σεροκούσκουρον
-
το θέρος μάζευαν την κοπριά, την έκαναν βώλους και τους χτυπούσαν, κολλούσαν πάνω στους τοίχους του στάβλου για να ξεραθούν, οπότε τους ξεκολλούσαν και τους μεταχειρίζονταν για καύσιμη ύλη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)