Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χεροφίλεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮεροφίλεμαν Προφορά: σεροφίλεμαν
  1. η συνήθεια να φιλεί η νύφη τα χέρια εκείνων που χόρευαν μαζί της ή την επισκέπτονταν στο σπίτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια