Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σταυρώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σταυρώνω Προφορά: σταυρώνω
  1. σταυρώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    Σταυρώνω τα χͮέρα̤ μ’. (δεν ενεργώ, δεν κάνω τίποτε για να γλιτώσω από τις δυσκολίες, από το κακό)

  2. βασανίζω 1) κάνω τον σταυρό μου 2) διασταυρώνω δύο πράγματα 3) θέτω επάλληλα τα τέσσερα άκρα υφάσματος σε δύο 4) ανταλλάσω λόγια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη σταυρώ= καρφώνω πασσάλους στη γη, ανασκολοπίζω, προσηλώνω σε σταυρό

Παρατηρήσεις - Σχόλια