Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σταυροκοκκύμελον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σταυροκοκκύμελον
Προφορά: σταυροκοκκύμελον
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
Κορόμηλο που ωριμάζει του Σταυρού (ύψωση Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου).
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια