Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Σταυρίτες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Σταυρίτες Προφορά: σταυρίτες
  1. Σεπτέμβρης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ο Σταυρίτες ρούζ’ τα φύλλα και ξεραίν’ φύλλα και ξύλα.

  2. Σεπτέμβριος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    λόγω της γιορτής του Τιμίου Σταυρού

Παρατηρήσεις - Σχόλια