Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σταλάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σταλάζω Προφορά: σταλάζω
  1. στάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Κι εσύ βασιλοστούλαρον, κατ’ ’κι σταλάζεις αίμαν.

  2. κατασταλάζω,ηρεμώ ρίχνω υγρό κατά σταγόνες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα σταλάζω=στάζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια