Ερμηνεία: με γαπάχ' (με καπάκι), σκεπασμένος
Προέλευση: τουρκική
Αρσενικό: Ενικός: γαπαχλής Πληθυντικός: γαπαχλήδες
Θηλυκό: Ενικός: γαπαχλήσα Πληθυντικός: γαπαχλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: γαπαχλίν Πληθυντικός: γαπαχλία
Σχόλιο :Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.