Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σταθερίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σταθερίζω Προφορά: σταθερίζω
  1. σταματώ άλλον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Ο κύρ’τς ατ’ς εσταθέρτσεν και ερώτεσεν ατήν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια