Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kapakli
Αρσενικό: Ενικός: καπακλής Πληθυντικός: καπακλήδες
Θηλυκό: Ενικός: καπακλήσα Πληθυντικός: καπακλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: καπακλίν Πληθυντικός: καπακλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.