Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σποντύλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σποντύλ' Προφορά: σποντύλ
  1. σφόνδυλος Μικρός ξύλινος κώνος με τρύπα στη μέση για να μπαίνει στο άκρο του αδραχτιού. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    Τον ουρανόν σποντύλ’ ελέπ’. (διατρέχει μεγάλο κίνδυνο ή στενοχώριαν)

  2. σφόνδυλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    σφόνδυλος=στρογγυλό σώμα που προσαρμόζεται στην άκρη του αδραχτιού για να ρυθμίζει και να επιταχύνει την περιστροφική του κίνηση

    Παράδειγμα:
    είδα τον ουρανόν σφοντύλ'=ζαλίστηκα από δυνατό χτύπημα ή αναπάντεχο πάθημα

Παρατηρήσεις - Σχόλια