Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σπιχτός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: σπιχτός Προφορά: σπιχτός
  1. σφιχτός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Καταλήξεις:
    -έσα, -όν

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Η Πεθερά τ’ς ολίγον σπιχτέσα έτον. (τσιγκούνα)
    2) Πολλά σπιχτός εν’, απ’ ατόν κορώνα ’κι γαστρούται.(τσιγκούνης)
    3) Κούζω σπιχτά. (με όλη τη δύναμη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια