Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

οσπιτόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οσπιτόπον Προφορά: οσπιτόπον
  1. σπιτάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια